Μετάνοια
ΜΕΤΑΝΟΙΑ
«Όποιος έχει μετανοήσει για τις αμαρτίες του, είναι συγχρεμένος, και εγώ, ο Κύριος, δεν τις θυμάμαι πια» (Διδαχή και Διαθήκες 58:42).
Ο Σωτήρας έδωσε τη ζωή Του για εμάς και υπέφερε για τις αμαρτίες μας. Αυτή η μεγάλη θυσία λέγεται Εξιλέωση. Μέσω της εξιλέωσης, μπορείτε να λάβετε συγχώρεση και να καθαριστείτε από τις αμαρτίες σας όταν μετανοείτε. Όταν κάνετε αυτό που είναι απαραίτητο για να λάβετε συγχώρεση, θα γνωρίζετε μέσα σας σχετικα με τη δύναμη της εξιλέωσης και την αγάπη που έχει ο Θεός για σας. Θα αισθανθείτε την ειρήνη του Κυρίου Ιησού Χριστού, η οποία θα σας φέρει μεγάλη δύναμη.
Ο Σατανάς θέλει να σκέφτεστε ότι δεν μπορείτε να μετανοήσετε, αλλά αυτό είναι απόλυτα αναληθές. Ο Σωτήρας σας έχει υποσχεθεί συγχώρεση, αν κάνετε αθτό που απαιτείται. Όσο συντομότερα μετανοήσετε, τόσο πιο γρήγορα θα βρείτε τις ευλογίες που προέρχονται από την συγχώρεση.
Μερικοί άνθρωποι εσκεμμένα παραβιάζουν τις εντολές του Θεού, αναμένοντας να μετανοήσουν πριν πάνε στο ναό ή να υπηρετήσουν μια ιεραποστολή. Μία τέτοια σκόπιμη αμαρτία γελοιοποιεί την εξιλέωση του Σωτήρα και προσκαλεί το Σατανά να επηρεάζει τη ζωή σας. Η μετάνοια για μία τέτοια συμπεριφορά είναι δύσκολη και μπορεί να πάρει πολύ καιρό. Αν αμαρτάνετε κατ΄αυτόν τον τρόπο, μπορεί να χάσετε χρόνια ευλογιών και πνευματικής καθοδήγησης. Μπορεί να παγιδευτείτε στην αμαρτωλή συμπεριφορά, καθιστώντας δύσκολο το να βρείτε το δρόμο σας πίσω.
Χρειάζεται πάντα να εξομολογείτε τις αμαρτίες σας στον Κύριο. Πρέπει επίσης να εξομολογείτε τις αμαρτίες σας σε αυτούς που έχετε βλάψει. Αν έχετε διαπράξει σοβαρές αμαρτίες, όπως ανηθικότητα, χρειάζεται να τις εξομολογηθείτε στον επίσκοπο σας.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΓΡΑΦΩΝ
Άλμα 36:6-24 (Το Βιβλίο του Μόρμον) – «Γιατί πήγαινα εδώ κι εκεί με τούς γιούς του Μωσία, ζητώντας να καταστρέψουμε την εκκλησία του Θεού. Όμως ιδές, ο Θεός έστειλε τον άγιο άγγελό του να μας σταματήσει στο δρόμο.
«Και ιδές, μας μίλησε, σαν να ήταν φωνή κεραυνού, και η γη ολόκληρη έτρεμε κάτω από τα πόδια μας, και πέσαμε όλοι κάτω στη γη, γιατί ο φόβος Κυρίου έπεσε επάνω μας.
«Όμως ιδές, η φωνή μου είπε: Σήκω. Και σηκώθηκα και στάθηκα όρθιος και είδα τον άγγελο.
«Και μου είπε: Αν θέλεις από μόνος σου να καταστραφείς, μην επιδιώκεις πιά να καταστρέψεις την εκκλησία του Θεού.
«Καί έγινε ώστε εγώ έπεσα στη γη, και ήταν επί τρείς ημέρες και τρείς νύχτες που δεν μπορούσα να ανοίξω το στόμα μου, ούτε μπορούσα να χρησιμοποιήσω τα μέλη μου.
«Και μου είπε κι άλλα πράγματα ο άγγελος, τα οποία άκουσαν οι αδελφοί μου, αλλά εγώ δεν τα άκουσα, γιατί όταν άκουσα τις λέξεις – Αν θέλεις να κατστραφείς από μόνος σου, μην επιδιώκεις πιά να καταστρέψεις την εκκλησία του Θεού – με έπιασε τέτοιος μεγάλος φόβος και κατάπληξη μην τυχόν και αφανιζόμουν, ώστε έπεσα στη γη και δεν άκουσα τίποτα άλλο.
«Αλλά βασανιζόμουν με αιώνια τυραννία, γιατί η ψυχή μου σπάραζε στον ανώτατο βαθμό και βασανιζόταν από όλες τις αμαρτίες μου.
«Μάλιστα, θυμήθηκα όλες τις αμαρτίες και ανομίες μου, γιά τις οποίες τυραννιόμουν με τούς πόνους της κόλασης. Μάλιστα, είδα ότι είχα επαναστατήσει εναντίον του Θεού μου, και ότι δεν είχα τηρήσει τις άγιες εντολές του.
«Μάλιστα, και είχα θανατώσει πολλά από τα τέκνα του, δηλαδή τα παρέσυρα στον όλεθρο. Μάλιστα, και τελικά τόσο μεγάλες ήταν οι ανομίες μου, που και μόνο η σκέψη του να βρεθώ στην παρουσία του Θεού μου βασάνιζε την ψυχή μου με απερίγραπτο τρόμο.
«Άχ, σκέφτηκα, ας μπορούσα να εξαλειφθώ και κατά το σώμα και την ψυχή, ώστε να μην προσαχθώ γιά να σταθώ στην παρουσία του Θεού μου, γιά να κριθώ γιά τις πράξεις μου.
«Και τότε, επί τρείς ημέρες και τρείς νύχτες, βασανιζόμουν με τους πόνους μιάς καταραμένης ψυχής.
«Και έγινε ώστε καθώς βασανιζόμουν έτσι με τυραννία, ενώ σπάραζα με την ανάμνηση των τόσων αμαρτιών μου, ιδές, θυμήθηκα επίσης που είχα ακούσει τον πατέρα μου να προφητεύει πρός το λαό σχετικά με τον ερχομό κάποιου Ιησού Χριστού, του Υιού του Θεού, γιά να εξιλεωθεί γιά τις αμαρτίες του κόσμου.
«Λοιπόν, καθώς πιάστηκε το μυαλό μου επάνω σε αυτήν τη σκέψη, φώναξα μέσα στην καρδιά μου: Ω Ιησού, εσύ Υιέ του Θεού, ευσπλαχνίσου με, εμένα που βρίσκομαι στη χολή της πικρίας, και είμαι περικυκλωμένος από τις αιώνιες αλυσίδες του θανάτου.
«Και τότε, ιδές, όταν το σκέφτηκα αυτό, δεν μπορούσα πιά να θυμηθώ τούς πόνους μου. Μάλιστα, δε σπαρταρούσα πιά από την ανάμνηση των αμαρτιών μου.
«Και ω, τι αγαλλίαση, και τι υπέροχο φως είδα. Μάλιστα, η ψυχή μου γέμισε με αγαλλίαση τόσο υπέρμετρη όσο ήταν ο πόνος μου!
«Μάλιστα, σου λέω, γιέ μου, ότι δεν μπορούσε να υπάρξει τίποτα τόσο έντονο και τόσο πικρό όσο ήταν οι πόνοι μου. Μάλιστα, καί πάλι σου λέω, γιέ μου, ότι από την άλλη πλευρά, δεν μπορεί να υπάρξει τίποτα τόσο έντονο και γλυκό όσο ήταν η αγαλλίαση μου.
«Μάλιστα, μου φάνηκε ότι είδα, ακριβώς όπως είδε ο πατέρας μας ο Λεχί, το Θεό να κάθεται επάνω στο θρόνο του, περιστοιχισμένος από αναρίθμητα πλήθη αγγέλων, σαν να υμνούσαν και να δοξολογούσαν το Θεό τους. Μάλιστα, και η ψυχή μου λαχταρούσε να βρίσκεται εκεί.
«Όμως ιδές, τα μέλη μου πήραν πάλι τη δύναμή τους, και στάθηκα όρθιος στα πόδια μου, και φανέρωσα στο λαό ότι γεννήθηκα από το Θεό.
«Μάλιστα, και από εκείνη τη στιγμή και μέχρι τώρα, εργάστηκα ακατάπαυστα γιά να μπορέσω να φέρω ψυχές σε μετάνοια. Ώστε να μπορούσα να τούς κάνω να γευτούν την υπέρμετρη αγαλλίαση την οποία γεύτηκα εγώ. Ώστε να μπορούσαν κι αυτοί να γεννηθούν από το Θεό, και να είναι πλήρεις με το Άγιο Πνεύμα.»
Leave a Reply